10 years a Blogger

Δέκα χρόνια, όχι πάντα συνεπής, όχι πάντα σχετική, λίγο αιθεροβάμων, συχνά υπερβολική, ποτέ πραγματικά ξανθιά, αλλά πάντα εκεί. Ένα blog σαν λεύκωμα με εικόνες, κείμενα και ήχους για τους αθεράπευτα ρομαντικούς. Δηλαδή για μας. 

Η «Ξανθιά» ήταν η εξαετία στη Θεσσαλονίκη, η παρηγοριά στη Γερμανία, η επιθυμία για ένα βιβλίο, που ίσως κάποτε έγραφα. Η «Ξανθιά» ήταν οι φίλοι μου, οι αναγνώστες που πλήθαιναν ακόμα κι όταν αποχώρησα από το φεισμπουκ. Οι άνθρωποι, που τυχαία έπεφταν πάνω σ αυτό το μπλογκ και άφηναν σχόλια, που έθρεφαν το πάθος μου ή αν θέλετε το ναρκισσισμό μου. 

Αλλά τελικά όλα τελειώνουν. Δύο φορές η λέξη «τέλος» μέσα σε μια πρόταση, για να τονίσει με τρόπο ανορθόδοξο τη σημασία αυτής της ανάρτησης. 

Το Pathfinder κλείνει και το μπλογκ μαζί. Αν λυπάμαι; Λίγο. Αν ντρέπομαι για όσα έγραφα κάποτε; Πολύ. Αν θα μου λείψει η «Ξανθιά»; Ω, ναι!

Η «Ξανθιά» ήταν ένα μεγάλο πάρτι, ένα αξέχαστο πάρτι! Κι όπως όλα τα αξέχαστα πάρτι, τα είχε όλα. Όπως η ζωή. Η ζωή μας.

Για όλους εσάς που δε σας ξέρω και δεν με ξέρετε, αλλά οι δρόμοι μας συναντήθηκαν μέσα σ αυτό το μπλογκ, δε φτάνουν χίλια ευχαριστώ, που με κάνατε να [πιστέψω, ότι μπορώ στ’ αλήθεια να γράψω!

Για όλους τους υπόλοιπους, μια απειλή. Θα ξαναβρεθούμε

Advertisements

Τεχνικό πρόβλημα

Χαίρεται! Γράφω μόνο για να σας πω, ότι ο λόγος που δεν απαντάω σε σχόλια δεν είναι ότι ψωνίστηκα τελείως, αλλά ότι το pathfinder κάνει τα δικά του. Αν μπορούσα να γυρίσω το χρόνο πίσω, θα είχα διαλέξει κάποιον πιο εύχρηστο διαδικτυακό τόπο για να φιλοξενήσω το blog μου.

Technical-Problems.jpg


Ένα μεγάλο ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ για όλα τα σχόλια. Ευχαριστώ που διαβάζετε το blog. Ευχαριστώ που με συγκινείτε με αυτά που μου γράφετε κι ευχαριστώ που καμια φορά μου τη λέτε. 

Καλές γιορτές! 

Γιατί έγινα γιατρός

Τον τελευταίο καιρό, βρίσκοντας τη νευρολογία απίστευτη βαρετή και την ψυχιατρική πιο κουραστική από ποτέ, τις εφημερίες ατελείωτες και τη δουλειά μου ανιαρή, αναρωτήθηκα, γιατί έγινα γιατρός. Δε θα σας πω ψέματα, ότι ήθελα να σώσω τον κόσμο, να πάω στους γιατρούς χωρίς σύνορα, να απαλύνω τη δυστυχία των ανθρώπων. Τίποτα απ’ όλα αυτά.

Γιατρός έγινα, γιατί δεν εμπιστευόμουν τους γιατρούς. Περνώντας σε μικρή ηλικία μεγάλες περιπέτειες με την υγεία μου, οριακές εμπειρίες, αγωνιώντας για τη ζωή μου και θέλοντας να καταλάβω όλα αυτά που οι άλλοι ήξεραν, αλλά εγώ αγνοούσα, αποφάσισα να εξασφαλίσω το μέλλον μου με το να γίνω κι εγώ μια απ’ αυτούς τους ξερόλες και να σπουδάσω Ιατρική.

Από αγάπη για τον άνθρωπο, έγινα ψυχίατρος. Όταν στο τελευταίο έτος της Ιατρικής έκανα πρακτική στη Σταυρούπολη και είδα πως είναι η τρέλα, η σχιζοφρένεια, η κατάθλιψη, οι εξαρτήσεις, ένιωσα για πρώτη φορά πως κάποιος με χρειάζεται. Όχι ότι οι υπόλοιποι ασθενείς δεν έχουν ανάγκη τον γιατρό, απλώς αυτοί οι άνθρωποι χρειάζονται κάποιον που δεν τους φοβάται, δεν τους κρίνει και δεν αποστρέφει το βλέμμα του μπροστά σ’ αυτό που δεν μπορεί να καταλάβει. 

Η πλειοψηφία των φοιτητών επέλεγε Νευρολογία αντί για Ψυχιατρική στο έκτο έτος. Από φόβο για τους τρελούς. Εμένα με τραβούσε η ψυχιατρική σα μαγνήτης. Έβλεπα τον πόνο του ανθρώπου, που ζει στο περιθώριο, την ανυπεράσπιστη φύση μας, μπροστά σε κάτι πιο δυνατό από μας. Ταυτίζομαι απόλυτα με το εξής ρητό της Marguerite Yourcenar: «Δεν αγαπάμε αρκετά τους ανθρώπους , όταν δεν αγαπάμε την αθλιότητα , την ταπείνωση και τη δυστυχία τους…».

Από τότε έχω δουλέψει με σχιζοφρενείς, παιδεραστές, διαταραγμένους ανθρώπους, εγκληματίες, ναρκομανείς, βιαστές, μητροκτόνους, παιδοκτόνους. Στον καθένα βρήκα κάτι ανθρώπινο, κάτι απ’ όπου μπορούσα να πιαστώ για να τον συμπαθήσω. Γιατί δεν υπάρχει θεραπεία χωρίς συμπάθεια.  

1f9a2c28b64daa63621beb52ae0099dd.jpg

Σήμερα, Χριστούγεννα, πέρασα μια βόλτα από τον πρώτο σταθμό, που δούλεψα ξεκινώντας την ειδικότητα. Στον κήπο βρήκα μια ασθενή που την ξέρω τέσσερα χρόνια. Στην εγκυμοσύνη της προσπαθούσε να σκοτώσει το μωρό της, χτυπώντας με την κοιλιά  τηςστους τοίχους. Καθόταν ξυπόλυτη και κάπνιζε κοιτώντας τη βροχή, ανέκφραστη. Στάθηκα για λίγο δίπλα της. «Η μαμά μου λέει, πως πρέπει να φοράμε πάντα κάλτσες. Από τα πόδια κρυώνει ο άνθρωπος.», είπα αόριστα χωρίς να την κοιτάζω. Στο ανέκφραστο πρόσωπο της σχηματίστηκε ένα χαμόγελο. Δεν είπαμε τίποτε άλλο. 

Καλά Χριστούγεννα και να αγαπάτε, όταν αυτό είναι το δυσκολότερο, που μπορείτε να κάνετε. 

The help

Από μικρή ήμουν συνειδητοποιημένη κι όταν με ρωτούσαν «Τι θες να γίνεις όταν μεγαλώσεις, Λιλάκι; Γιατρός; Δικηγόρος; Ηθοποιός;», απαντούσα με περηφάνια και παιδική αφέλεια «Υπηρέτρια». Αυτό προκαλούσε τα γέλια των μεγάλων, αλλά εγώ δεν πτοούμουν κι έτσι πέρασαν τα χρόνια, χωρίς να με δει παιδοψυχολόγος και σκίσει τα πτυχία του και στην εφηβεία μου αποφάσισα, πως δε θα περάσω τη ζωή μου γυαλίζοντας ασημικά στα σπίτια των καπιταλιστών, αλλά θα γίνω σαν τον Τσε Γκεβάρα. Και τι ήταν ο μεγαλύτερος επαναστάτης όλως των εποχών; Γιατρός. Αλλά επειδή το ιατρικό επάγγελμα από μόνο του, μου καθόταν πολύ συμβατικό, κόλλησα κι από πίσω ένα «χωρίς σύνορα». Κι αφού μεγάλωσα λίγο ακόμα λιώνοντας το CD των Apurimac, Νταλάρα, Παπακωνσταντίνου και δε συμμαζεύεται φουλ στην επανάσταση, ήρθε ο καιρός που ως πτυχιούχος ιατρικής πέρασα τα σύνορα, αλλά αντί να κινήσω προς νότο, το πήρα βόρεια και βγήκα Γερμανία. Γιατί καλά κι ωραία τα πούρα Αβάνας και ο Φιντέλ Κάστρο, αλλά ήρθανε χρόνια δίσεκτα και μήνες οργισμένοι.  

 

Βρέθηκα λοιπόν Γκάσταρμπάιτερ -δε ριτέρν- να τρώω βούρστ και να το παίζω Φράου Ντόκτορ και με τα πολλά προχθές εν ώρα αιμοληψίας σε τετραπληγικό, που πιο εύκολα βρίσκεις φραπέ σε γερμανική καφετέρια, παρά φλέβα στο κορμί του, σπίρτο να πυρποληθώ, ακούω «θα μου δώσετε μια καραμελίτσα;» ο άρρωστος. «Να εκεί πάνω είναι, αν δε σας κάνει κόπος. Κατευθείαν στο στόμα μου. Όχι τις πράσινες, καίνε, τις κόκκινες θα μου δώσετε. Τρεις θέλω. Αυτές ήταν δύο, άλλη μία.» «Μα ήτανε κολλημένες μεταξύ τους!» προς υπεράσπιση μου. Όχι, ήθελε ακόμα μια ο  λιγούρης, να κλέψει στις θερμίδες. «Και την τηλεόραση, μπορείτε να μου αλλάξετε κανάλι. Έχει αθλητικά στο RTL. Λίγο πιο δυνατά  η ένταση, δεν ακούω. Αχ πολύ δυνατά είναι, μπορείτε να χαμηλώσετε.» Κι εγώ με το χαμόγελο κολλημένο στο πρόσωπο, ίδια διαφήμιση της τριντέντ η άτιμη «η επιθυμία σας διαταγή».


Κάπως έτσι κυλάνε οι μέρες κι εγώ είμαι η Λίλη και τα κάνω όλα. Υπηρέτρια κανονική. Κι αν δε με πιστεύετε, ελάτε να δείτε το δωμάτιο υπηρεσίας, ε σόρυ εφημερίας θέλω να πω, που κοιμάμαι και μνημονεύω τον Στελάρα τον Καζαντζίδη. Και τη γιαγιά μου τη Μαρία, που μου έλεγε να γίνω δασκάλα και όλοι γελούσαν κι έλεγαν «γεράματα» κι έλεγε κι ο παππούς μου «Μαρίκα, σοβαρέψου. Θα κάνουμε εγγόνα γιατρό, να γράφει συνταγές!». Και με φαντάζονται τώρα με ταγιεράκια σανέλ να κάνω ζωή και κότα και δεν τους λέω στο τηλέφωνο για το άβγαλτό μου φρύδι και τους μαύρους κύκλους κάτω απ’ τα μάτια.


Κι όταν ακούω παιδάκι να θέλει να γίνει γιατρός, σκέφτομαι «το κακόμοιρο» και είμαι ευγνώμων, που εμένα τουλάχιστον πραγματοποιήθηκε το παιδικό μου όνειρο. doctor-child.jpg

Τα γραμματόσημα

Η ειδικότητα είναι σαν κάτι παλιούς έρωτες, που κάποτε σε έφτυναν και τώρα σε θέλουν πίσω. Όχι ότι μου έχει συμβεί ποτέ εμένα προσωπικά να γυρίσει γκόμενος και να με ζητάει πίσω, αλλά το έχω δει στις ταινίες και σε κάτι φίλες μου. Καλύτερα που δε γυρνάνε δηλαδή, μη νομίζετε ότι ζηλεύω, είμαι και ψυχοπονιάρα και δε μου περισσεύει σάλιο.

 

Ξεφεύγω από το θέμα νομίζω κι αυτό που ήθελα να πω είναι, ότι αυτό το καλοκαίρι έχω ανοίξει νταραβέρια με τον Ιατρικό Σύλλογο Θεσσαλονίκης. Αρχικά με έψαχναν σαν παλαβοί, γιατί λέει μου είχαν από το Μάρτιο μια θέση για έναν ολόκληρο χρόνο Ψυχιατρικής ειδικότητας στο Παπανικολάου. Όχι ότι εγώ είχα κάνει ποτέ τα χαρτιά μου για το Παπανικολάου, αλλά και παλιά που μας έπαιρναν τηλέφωνο στο σπίτι και μας χάριζαν πιστωτικές κάρτες δε θυμάμαι να τις είχαμε ζητήσει. 

Με τα πολλά μόνο που δε μ ‘έβρισαν στο τηλέφωνο για την ανευθυνότητα μου, που δεν μπαίνω στην ιστοσελίδα τους να ενημερώνομαι και πήγε Ιούνιος και θέλουν να πάνε για μπάνια κι έχουν κι εμένα να τους κρέμομαι στο σβέρκο. Τι να τους πω, για τα πρώτα έρημα βράδια στη Γερμανία, που ξαπλωμένη με το λαπτοπ σε εμβρυική στάση κάτω από το πάπλωμα πατούσα ανανέωση κάθε πέντε λεπτά στη σελίδα τους, αλλά από 56η στη λίστα δεν κουνιόμουνα. 


Τους ρώτησα λοιπόν, ότι κάθε λογικός άνθρωπος θα σκεφτόταν, γιατί δε μου έστειλαν τα χαρτιά ταχυδρομικώς, αφού επρόκειτο για ένα τόσο σοβαρό ζήτημα. Στην τελική ούτε εγώ ήθελα να καθυστερούν εξ’ αιτίας μου συνάδελφοι, που ήθελαν τη θέση. Η απάντηση τους θα με έκανε να φτύσω τον καφέ μου, αν έπινα καφέ, για να μην πνιγώ από την έκπληξη ή τα υστερικά γέλια; «Κυρία Παρλαπίπη, καταλαβαίνετε πως κάτι τέτοιο θα επιβάρυνε με περιττά έξοδα το ελληνικό κράτος. Δεν μπορούμε να το κάνουμε για τον καθένα!». Απόρησα με τον εαυτό μου. Πόσο άκαρδη με είχε κάνει η ξενιτιά τέλος πάντων, πόσο είχα αλλοτριωθεί, ώστε να σκέφτομαι μ αυτόν τον τρόπο.

Εδώ θα ήθελα να ζητήσω δημόσια συγγνώμη από το ελληνικό κράτος για τα γραμματόσημα.14580480_10209652157994275_979607306_n.png

Επίσης συγγνώμη σε όλους τους πρώην που δε με ήθελαν, σε περίπτωση που γυρίσουν και δεν τους θέλω πίσω.

Μισή ξανθιά

Η τελευταία ανάρτηση σ’ αυτό το blog από τον Μάρτιο του 2014 ήταν η αρχή ενός εγχειριδίου μετανάστευσης. Δυστυχώς δεν υπήρξε συνέχεια, ίσως επειδή ήμουν πολύ απασχολημένη με όσα ζούσα προσπαθώντας η ίδια να προσαρμοστώ στη νέα μου ζωή, ίσως από βαρεμάρα, ίσως επειδή δεν είχα πια κάτι να γράψω. Γυρίζω πάντα σ’ αυτό το μικρό blog που ξεκίνησα να γράφω εν μέσω εξεταστικής τον Ιανουάριο του 2007, εμπνευσμένη από το LOOK της Athens Voice, που διάβαζα τότε μετά μανίας και ένα blog που έγραφε κάποια Lolita. Γι’ αυτό τόλμησα κι εγώ ένα τρελό όνομα «Λίλη Παρλαπίπη» και έναν τίτλο, γροθιά στο κατεστημένο, στη σοβαροφάνεια και στα πρότυπα που κυριαρχούσαν τότε, σε μια Ιατρική της ΠΑΣΠ και της ΔΑΠ. Ο αδερφός μου με ενημέρωσε πως οι εποχές έχουν αλλάξει και πλέον οι παρατάξεις δεν οργανώνουν Σαββατοκύριακα στο Μπάνσκο και στη Μύκονο. Όχι ότι είχα πάει ποτέ. 

 

Τον καιρό εκείνο, που λέτε, έκανα ξανθιές ανταύγειες, άθλιες κατά τη γνώμη μου και τα σημερινά μου στάνταρ 9 χρόνια μετά και ξεκίνησα να γράφω μικρές ιστορίες από την καθημερινότητά μου στην Ιατρική Σχολή Θεσσαλονίκης. Κάπως έτσι άρχισα σιγά σιγά και μέσω του Facebook, που τότε ήταν ακόμα στα ξεκινήματα του, να γνωρίζω ανθρώπους, να γράφω γι αυτούς και να δημοσιεύω και τις δικές τους ιστορίες. Ποτέ δεν υπήρξε χρονική συνέπεια. Κάποτε έπεφτα με τα μούτρα στο blog, κάποτε έκανα ένα χρόνο να γράψω. Σήμερα μετά από 2 χρόνια ανοίγοντας ξανά τη σελίδα, έχοντας ξεχάσει κωδικούς και username, βρήκα με μεγάλη μου χαρά αυτό το σχόλιο να με περιμένει «Λίλη Παρλαπίπη ανέβασε και άλλα!! Έχεις πολύ ωραίο μπλογκ!!».  


Πλέον μισή ξανθιά, μισή μελαχρινή στην εποχή του όμπρε, μισή στην Ελλάδα και μισή στη Γερμανία, μισή χαζούλα, μισή έξυπνη, λίγο πριν απ’ τα 30 κι έχοντας στο μυαλό  μου όλους όσους πέρασαν από την «Ξανθιά», θέλω να πω «ευχαριστώ», όχι με μπλογκερική υπεροψία – σιγά τη φήμη και τ’ αυγά – αλλά με ταπεινή χαρά, γι’ αυτό το μικρό ενθύμιο-blog των φοιτητικών μας χρόνων, που μαζί φτιάξαμε. Κι αν θα το συνεχίσουμε στην ειδικότητα, ως ειδικοί, ως συνατξιούχοι, το ξέρει μόνο η τρέλα μας. 


Με αγάπη, 

Λίλη Παρλαπίπη xanthiav.jpg

Μικρό εγχειρίδιο μετανάστευσης Part 1 / Τί να πάρεις μαζί σου στην ξενιτιά

Οι εποχές άλλαξαν, φίλε μου. Αν φτιάχνεις βαλίτσα και ετοιμάζεσαι να ρίξεις μέσα το CD με τα τραγούδια του Καζαντζίδη, λέω να το ξανασκεφτείς. Εκτός αν έχεις φανταστεί το μέλλον σου στο ελληνικό γκέτο, να παίζεις τάβλι και να τρως  Hercules Teller σε ελληνικά εστιατόρια που θα λέγονται Corfu, Athens, Mykonos ή Akropolis. 


Πιάσε χαρτί και μολύβι και γράψε τα εξής σημαντικά που δεν πρέπει να ξεχάσεις αποχαιρετώντας την πατρίδα:


1. Παγκόσμιος Χάρτης: Μπορεί η Ελλάδα να περνάει κρίση, αλλά η μετανάστευση είναι ένα παγκόσμιο φαινόμενο, που έχει οδηγήσει πολλούς νέους στην αναζήτηση ενός καλύτερου αύριο μακριά από την πατρική εστία. Όταν λοιπόν, θα σου συστηθεί ο συνάδελφος από το Αζερμπαϊτζάν καλό είναι να ξέρεις κατά που πέφτει αυτό, ποια είναι η πρωτεύουσα, βουνό ή θάλασσα. Να ξέρεις δηλαδή, να κανονίσεις και τις διακοπές σου, γιατί όσο πιο πολύ θα γνωρίζεις αυτά τα εξωτικά πλάσματα, τόσο θα πληθαίνουν οι προσκλήσεις. Ο τρίτος κόσμος σε περιμένει να τον ανακαλύψεις.  

world_according_to_americans_large.png

2. Νες καφέ φραπέ, ελληνικό καφέ, μπρίκι, σέικερ: είναι μαστ, είναι sos, αν δεν τα έχεις, κόβεσαι. Μπορείς να τα βρεις βέβαια και στο εξωτερικό. Τα πουλάνε γνωστά λαμόγια, ψιλικατζήδες σε τιμή τριπλάσια από την κανονική. Όσο για τους ευρωπαϊκούς καφέδες, τι να σου κάνουν αν από τα 13 σου είσαι εθισμένος στο νες καφέ φραπέ ατέλειωτη ευχαρίστηση;


3. Μαγιώ: το έκρυψες στο συρτάρι σου με την ελπίδα να το ξαναφορέσεις το καλοκαίρι που θα κατέβεις Ελλάδα για διακοπές. Λάθος μεγάλο και τραγικό. Θα το χρειαστείς για το κολυμβητήριο. Ναι, θα πας κολυμβητήριο, γιατί δε θα έχεις τι άλλο να κάνεις. Γιατί όλοι πάνε. Γιατί θα σου θυμίζει την Ελλάδα. Επίσης δεν είναι απίθανο να βρεθείς για Σαββατοκύριακο στις Μαλβίδες, αφού οι αεροπορικές εταιρίες βγάζουν συνεχώς προσφορές και θα σου λείψει ο ήλιος. Πίστεψε με.


4. Ατζέντα: πριν φύγεις, γράψε τις διευθύνσεις των φίλων σου και άρχισε να τους γράφεις γράμματα. Ναι, έχεις facebook, skype, κινητό, σταθερό κτλ. Γράμμα να γράψεις. Θα σ’ αρέσει αυτή η μορφή επικοινωνίας. Η επαφή με το χαρτί, η ελευθερία με την οποία θα γράφεις τα νέα σου, η προσμονή, η χαρά όταν θα πάρεις κι εσύ ένα γράμμα. 

Vintage-Letters.jpg

5. Μια εύκολη συνταγή για μουσακά: όλοι οι φίλοι σου θα σου ζητάνε να τους μαγειρέψεις μουσακά. Μην τους χαλάσεις το χατήρι! Θα καταχαρούνε και θα το λατρέψουν, γιατί όσο χάλια και να τον μαγειρέψεις, αποκλείεται να είναι χειρότερος από ότι έχουν δοκιμάσει ως τώρα (κατεψυγμένος από τα LIDL, στην ταβέρνα απέναντι από το σταθμό του τρένου στην Ελλάδα, στα άθλια ελληνικά εστιατόρια του εξωτερικού). Κάνε κι εσύ έναν μουσακά! Μπορείς!


Με αυτά τα βασικά αντικείμενα στη βαλίτσα σου, δεν έχεις να φοβηθείς τίποτα! Καλή ξενιτιά!